σιγάρο

το, Ν
βλ. τσιγάρο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγάρο — το βλ. τσιγάρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγαρέτο — και τσιγαρέτο, το, Ν (παλ. τ.) 1. το τσιγάρο 2. το πούρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. ιταλ. sigaretta, υποκορ. τού sigaro (πρβλ. σιγάρο / τσιγάρο*)] …   Dictionary of Greek

  • σιγαροκόπος — ο, Ν μικρό κοπτικό εργαλείο σε σχήμα λαβίδας που χρησιμεύει για την κοπή τού άκρου τού πούρου για να διευκολυνθεί έτσι το κάπνισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγάρο «πούρο» + κόπος (< κόπτω), πρβλ. ξυλο κόπος] …   Dictionary of Greek

  • σιγαροποιός — ο, Ν 1. τεχνίτης καπνοβιομηχανίας 2. ο ιδιοκτήτης τής παραπάνω βιομηχανίας, καπνοβιομήχανος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγάρο «τσιγάρο, πούρο» + ποιός*. Η λ., στον πληθ. σιγαροποιοί, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • τσιγάρο — και λόγιος τ. σιγάρο(ν), το, Ν κομμένος καπνός, τυλιγμένος σε ειδικό χαρτί σε σχήμα μικρού κυλίνδρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. cigarro, πιθ. από κάποια λ. τής γλώσσας τών Μάγια. Η λ., στον λόγιο τ. σιγάρον / τσιγάρον, μαρτυρείται από το 1871 στο… …   Dictionary of Greek

  • τσιγαροθήκη — και λόγιος τ. σιγαροθήκη, η, Ν θήκη τσιγάρων, ταμπακιέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσιγάρο / σιγάρο(ν) + θήκη. Ο τ. σιγαροθήκη μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου] …   Dictionary of Greek

  • τσιγαρόχαρτο — και λόγιος τ. σιγαρόχαρτο(ν), το, Ν πολύ λεπτό χαρτί στο οποίο τυλίγεται ο καπνός τών τσιγάρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσιγάρο / σιγάρο(ν) + χαρτί. Ο τ. σιγαρόχαρτον μαρτυρείται από το 1884 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.